βράχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βράχος¹
- ˈvɾa.xos
Where it comes from
βράχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βράχος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή βράχος (τὸ βράχος) (ουδέτερο) (που μεταπλάστηκε σε αρσενικό με μεγεθυντική σημασία) < αρχαία ελληνική βραχέα (ὕδατα) (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική βραχύς
: Η αρχική σημασία δήλωνε τα ρηχά νερά της θάλασσας και, στη συνέχεια, και τις απόκρημνες πετρώδεις ακτές
noun βράχος · βράχοι · βράχια · βράχου · βράχων · βράχο
- μεγάλος όγκος από πέτρα καθόταν μόνη της στους βράχους της παραλίας
- μεγάλος πέτρινος όγκος που σχηματίζει λόφο ο ιζηματογενής βράχος των Ματάλων
- άνθρωπος με μεγάλη σταθερότητα, που δεν υποχωρεί στις αρχές του, αλύγιστος, δυνατός στο σώμα
- ύφαλος ή σκόπελος στη θάλασσα, ξέρα έκφραση: στα βράχια
Βράχος²
- ˈvɾa.xos
Where it comes from
Βράχος < βράχος
proper noun Βράχος · Βράχοι · Βράχου · Βράχων · Βράχο · Βράχους
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
- rock mass of projecting rock
Talk about this word "βράχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βράχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82 "βράχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βράχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}