βρέχει
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βρέχει
- ˈvɾe.çi
Where it comes from
βρέχει: ρηματικός τύπος στο τρίτο ενικό πρόσωπο και σε απρόσωπη χρήση του ρήματος βρέχω
verb βρέχει · έβρεχε · βρέξει · έβρεξε
- για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή ※ Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)
- για κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή) βρέχει λεφτά
verb βρέχει
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βρέχω Βρέχει κάθε μέρα το πεζοδρόμιο με νερό για να μη μπαίνει σκόνη στο μαγαζί.
In English
- it's raining it's raining
Talk about this word "βρέχει." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. βρέχει. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9 "βρέχει." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βρέχει},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}