βρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βρίζω

  • ˈvɾi.zo

Where it comes from

βρίζω < αρχαία ελληνική ὑβρίζω

verb βρίζω · έβριζα · βρίσω · έβρισα · βρίζομαι

  1. transitive, μεταβατικό εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία ※ Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμ
  2. intransitive, αμετάβατο χρησιμοποιώ στο λόγο μου υβριστικές εκφράσεις

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"βρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}