βραδύπους
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βραδύπους
Where it comes from
βραδύπους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βραδύπους (επίθετο). Μορφολογικά αναλύεται σε βραδύ- + -πους
:* Και ουσιαστικοποιημένο. Για τη ζωολογία, (σημασιολογικό δάνειο) διαγλωσσική ορολογία Bradypus.
adjective βραδύπους · βραδύποδες · βραδύποδος · βραδυπόδων · βραδύποδα
-
αργοκίνητος, που περπατάει αργά
Opposite: ταχύπους, γοργόποδος
- ζωολογία, ταξινομικό επίθετο) που έχει τα χαρακτηριστικά των ζώων που ανήκουν στο γένος: Βραδύπους (Bradypus)
noun βραδύπους · βραδύποδες · βραδύποδος · βραδυπόδων · βραδύποδα
- άλλη μορφή του βραδύποδας
In English
- sloth mammal
Talk about this word "βραδύπους." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βραδύπους. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%82 "βραδύπους." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βραδύπους},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}