βραχιόλι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βραχιόλι

  • vɾaˈço.li

Where it comes from

βραχιόλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βραχιόλιν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βραχιάλιον < λατινική bracchiale, υποκοριστικό του bracchium με επίδραση του βραχιόνιον (περιβραχιόνιο) < αρχαία ελληνική βραχίων (αντιδάνειο)

noun βραχιόλι · βραχιόλια · βραχιολιού · βραχιολιών

  1. κόσμημα, στρογγυλού σχήματος, που φοριέται στον καρπό του χεριού ※ Μπελετζίκι, βραχιόλι αποτελούμενο από δέκα σειρές ασημένιες αλυσίδες που εξαρτώνται από δύο χυτές μαλαμοκαπνισμένες πλάκες με συρματερό διάκοσμο. (κόσμημα κορμού 5793, Λύκειο Ελληνίδων, ανακτήθηκε στις 29/9/2026 https://lykeionellinidon.com/el/psifiako-apothetirio/kosmima-kormoy-5793)
  2. (μεταφορικά, προφορικό, στον πληθυντικό} βραχιόλια: οι χειροπέδες

In English

  • bracelet band or chain worn around the wrist as jewelry or an ornament

Talk about this word

Cite this
MLA

"βραχιόλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βραχιόλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B9

Chicago

"βραχιόλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βραχιόλι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}