βρικόλακας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βρικόλακας

  • vɾiˈko.la.kas

Where it comes from

βρικόλακας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουρκόλακας ή βουλκόλακας < βουλγαρική върколак (vărkolák) ή βουλγαρική ? (vĭrkolàk) ή βουλγαρική ? (vălkolàk) < προέλευσης από την πρωτοσλαβική

noun βρικόλακας · βρικόλακες · βρικόλακα · βρικολάκων

  1. ο νεκρός που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βγαίνει τη νύχτα από τον τάφο του και τρέφεται με αίμα ζωντανών Ο Νοσφεράτου ήταν βρικόλακας.
  2. figuratively, μεταφορικά ο άνθρωπος που δεν κοιμάται τη νύχτα και / ή τριγυρνάει άσκοπα Μένει σαν τον βρικόλακα όλη νύχτα ξάγρυπνος.

Similar: βαμπίρ

Thesaurus

noun

Similar: βαμπίρ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βρικόλακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βρικόλακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82

Chicago

"βρικόλακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βρικόλακας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}