βρισιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βρισιά

  • vɾiˈsça

Where it comes from

βρισιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὑβρισία με αποβολή του αρχικού φωνήεντος και συνίζηση < αρχαία ελληνική ὑβρίζω < ὕβρις

noun βρισιά · βρισιές · βρισιάς · βρισιών

  1. η προσβλητική λέξη ή η φράση εναντίον κάποιου ※ βρακί= το κάτω εσώρουχο τῆς γυναίκας εἰδικότερα, γιατί τοῦ ἄντρα λέγεται κυρίως σόβρακο. Σήμερα έχει ἀντικατασταθεῖ στήν κοινή χρήση από τήν κιλότα, τό κιλοτάκι καί τό σλιπ, ἀλλά ἔχει μείνει στίς παροιμιώδεις ἐκφράσεις καί στίς βρισιές. (Ε. Παπαζαχαρίου, Λεξικό της Ελληνικής αργκό επί τόπου καταγρ
  2. σπανιότερα η απρεπής λέξη ή η φράση εναντίον κάποιου
  3. η βλαστήμια
  4. μεταφορικά κατ’ επέκταση η κατηγορία που δεν αποδέχεται κάποιος και την θεωρεί βαριά

Similar: μπινελίκι, υβρεολόγημα, υβρεολογία

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βρισιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βρισιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B9%CE%AC

Chicago

"βρισιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βρισιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}