βροντάω
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
βροντάω
- vɾo(n)ˈda.o
由来
βροντάω < βροντ(ώ) + σύγχρονο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βροντῶ, συνηρημένος τύπος του βροντάω < → δείτε τη λέξη βροντή
動詞 βροντάω · βροντώ · βρόντηξα · βροντούσα
- παράγω βροντή
- ρίχνει βροντές στη διάρκεια καταιγίδας ≈ συνώνυμα: μπουμπουνίζει
- προκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη ※ Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι
- αντηχώ βροντάνε τα κανόνια, οι τενεκέδες
- ρίχνω κάτι / κάποιον κάτω με δύναμη βροντάω την πόρτα, ένα βιβλίο στο θρανίο κ.λπ. (συνήθως ογκώδες ή βαρύ αντικείμενο)
英語で
- bang to hit hard
この単語について話す "βροντάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. βροντάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89 "βροντάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {βροντάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}