ミクウィン

βροντάω

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

βροντάω

  • vɾo(n)ˈda.o

由来

βροντάω < βροντ(ώ) + σύγχρονο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βροντῶ, συνηρημένος τύπος του βροντάω < → δείτε τη λέξη βροντή

動詞 βροντάω · βροντώ · βρόντηξα · βροντούσα

  1. παράγω βροντή
  2. impersonal, απρόσωπο, γ' ενικό πρόσωπο ρίχνει βροντές στη διάρκεια καταιγίδας ≈ συνώνυμα: μπουμπουνίζει
  3. προκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη ※ Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι
  4. αντηχώ βροντάνε τα κανόνια, οι τενεκέδες
  5. ρίχνω κάτι / κάποιον κάτω με δύναμη βροντάω την πόρτα, ένα βιβλίο στο θρανίο κ.λπ. (συνήθως ογκώδες ή βαρύ αντικείμενο)

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"βροντάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βροντάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89

Chicago

"βροντάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βροντάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}