βρούχος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βρούχος¹

  • ˈvɾu.xos

Where it comes from

βρούχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βροῦχος (ουδέτερο) < βρύχος (ουδέτερο) < αρχαία ελληνική βρυχάομαι / βρυχῶμαι < (ηχομιμητική λέξη)

noun βρούχος · βρούχοι · βρούχου · βρούχων · βρούχο

  1. idiomatic, ιδιωματικό βρυχηθμός, ήχος όμοιος με βρυχηθμό ο βρούχος των κυμάτω [sic] (από δημοτικό τραγούδι)

    Similar: βρουχητό

noun βρούχος

  1. idiomatic, ιδιωματικό θόρυβος ※ Κι ευτύς ο βουρκωμένος κάμπος με τόσο βρούχος εσείστη (Νίκος Καζαντζάκης, μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη (Dante), Κόλαση, 3.3.)

noun βρούχος · βρούχοι · βρούχου · βρούχων · βρούχο

  1. έντομο είδος ακρίδας χωρίς φτερά, έντομο της τάξης Κολεόπτερα της οικογένειας των Βρουχιδών που προκαλεί ζημιές σε διάφορα όσπρια

Βρούχος²

Where it comes from

Βρούχος < βρούχος

proper noun Βρούχος · Βρούχου · Vrouchos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • weevil beetle in the superfamily Curculionoidea

Talk about this word

Cite this
MLA

"βρούχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βρούχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"βρούχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βρούχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}