βρόχι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βρόχι

  • ˈvɾo.çi

Sounds like βροχή

Where it comes from

βρόχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρόχι(ν) < ελληνιστική κοινή βρόχιον < αρχαία ελληνική βρόχος

noun βρόχι · βρόχια · βροχιού · βροχιών

  1. vulgar, λαϊκότροπο θηλιά (με ειδικό μηχανισμό) με την οποία παγιδεύουμε (μικρά) θηράματα ※ Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή, / μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι, / έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί, / γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ. // Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς, / κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει, / μονάχος βρες την άκρη της κλωστής, / κι αν είσαι τυχερ
  2. figuratively, μεταφορικά ξεγέλασμα, πλεκτάνη, παγίδευση

Talk about this word

Cite this
MLA

"βρόχι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βρόχι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%B9

Chicago

"βρόχι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βρόχι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}