βρόχος
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
βρόχος
- ˈvɾo.xos
Da dove viene
βρόχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρόχος. Οι σημασίες στην τεχνολογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική loop. Η σημασία «ιατρικό εργαλείο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική snare.
sostantivo βρόχος · βρόχοι · βρόχου · βρόχων · βρόχο · βρόχους
- θηλιά σε μία κρεμάλα Αυτοκτόνησε κάνοντας βρόχο με το καλώδιο της σόμπας.
- θηλιά για παγίδευση μικρών ζώων όπως πουλιά
- οτιδήποτε σφίγγει και πνίγει και κατ’ επέκταση, δεσμεύει και πιέζει
- σύνολο εντολών προγραμματισμού που επαναλαμβάνονται κυκλικά όσο ικανοποιείται μία συγκεκριμένη συνθήκη βρόχος επανάληψης
- κλάδοι δικτύου που αναπτύσσονται σε κλειστή (κυκλική) διαδρομή
- ζεύξη μεταξύ της τερματικής συνδρομητικής συσκευής και του τοπικού τηλεφωνικού κέντρου μεταγωγής τοπικός βρόχος
- συρμάτινη χειρουργική αγκύλη για την αφαίρεση μικρών όγκων, κυρίως πολυπόδων
- κενό στο πλέγμα διχτυού
In inglese
- hangman's noose kind of knot used primarily to execute a person by hanging
- loop length of thread, line or rope
Parla di questa parola "βρόχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βρόχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82 "βρόχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {βρόχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}