Βυζάντιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Βυζάντιο

  • viˈzan.di.o

Where it comes from

Βυζάντιο (πόλη) < αρχαία ελληνική Βυζάντιον < Βύζας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bhug’os (κερασφόρο αρσενικό) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰuǵ- (τράγος, κριάρι)

:* (ιστορικός όρος) < (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική Byzantium για να περιγράψει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τους κατοίκους της, πρωτοχρησιμοποιήθκε από τον Ιερώνυμο Βολφ στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae στα 1557.

proper noun Βυζάντιο · Βυζαντίου · Βυζάντιου

  1. αρχαία πόλη που ιδρύθηκε από τους Μεγαρείς στο Βόσπορο, δίπλα στον Κεράτιο κόλπο, και αργότερα ονομάστηκε Κωνσταντινούπολη, όταν έγινε πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους
  2. figuratively, συνεκδοχικά, ιστορία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"Βυζάντιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Βυζάντιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF

Chicago

"Βυζάντιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Βυζάντιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}