βυθός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βυθός
- viˈθos
Where it comes from
βυθός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βυθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βαθύς)
noun βυθός · βυθοί · βυθού · βυθών · βυθό · βυθούς
- ο πυθμένας θάλασσας, λίμνης ή ποταμού, το έδαφος που βρίσκεται κάτω από το νερό ※ Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
- το κατώτερο μέρος του θαλάσσιου υδάτινου όγκου
In English
Talk about this word "βυθός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. βυθός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%82 "βυθός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βυθός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}