βυρσοδέψης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βυρσοδέψης

Where it comes from

βυρσοδέψης < αρχαία ελληνική βυρσοδέψης < βύρσα + δέψω

noun βυρσοδέψης · βυρσοδέψες · βυρσοδέψη · βυρσοδεψών

  1. επάγγελμα ο τεχνίτης/βιοτέχνης που κατεργάζεται δέρματα ※ Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
  2. επάγγελμα ο ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου

Similar: γναφεύς, γναφέας, γναφιάς, δερματουργός, πετσάς, σκυτοτόμος, ταμπάκης, τομαράς

Thesaurus

In English

  • tanner person whose occupation is to tan

Talk about this word

Cite this
MLA

"βυρσοδέψης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βυρσοδέψης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82

Chicago

"βυρσοδέψης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βυρσοδέψης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}