βυρσοδέψης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βυρσοδέψης
Where it comes from
βυρσοδέψης < αρχαία ελληνική βυρσοδέψης < βύρσα + δέψω
noun βυρσοδέψης · βυρσοδέψες · βυρσοδέψη · βυρσοδεψών
- ο τεχνίτης/βιοτέχνης που κατεργάζεται δέρματα ※ Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
- ο ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου
Similar: γναφεύς, γναφέας, γναφιάς, δερματουργός, πετσάς, σκυτοτόμος, ταμπάκης, τομαράς
Thesaurus
noun
Similar: γναφεύς, γναφέας, γναφιάς, δερματουργός, πετσάς, σκυτοτόμος, ταμπάκης, τομαράς
In English
- tanner person whose occupation is to tan
Talk about this word "βυρσοδέψης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βυρσοδέψης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82 "βυρσοδέψης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βυρσοδέψης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%85%CF%81%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}