βωμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Βωμός¹

Where it comes from

Βωμός < βωμός

proper noun Βωμός

  1. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Ara

βωμός²

  • voˈmos

Where it comes from

βωμός < αρχαία ελληνική βωμός < βαίνω

noun βωμός · βωμοί · βωμού · βωμών · βωμό · βωμούς

  1. θρησκεία οποιαδήποτε δομή, ακόμα και μία απλή μεγάλη πέτρα, πάνω στην οποία γίνονται θυσίες («θυσιαστήριο») και γενικότερα προσφορές υλικών αγαθών σε κάποια υπερφυσική οντότητα (θεότητα, δαίμονα, πνεύμα) για θρησκευτικούς σκοπούς ※ Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. (Πηνε
  2. broadly, κατ’ επέκταση ένας ιερός χώρος όπου γίνονται τελετές

In English

  • altar flat-topped structure used for religious rites
  • shrine a holy place dedicated to a specific figure of respect

Talk about this word

Cite this
MLA

"βωμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βωμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"βωμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βωμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}