βόδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βόδι
- ˈvo.ði
Where it comes from
βόδι < μεσαιωνική ελληνική βόδι(ν) / βόιδι(ο)ν < ελληνιστική κοινή βοΐδιον < αρχαία ελληνική βοῦς < πρωτοελληνική *gʷous < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷōus
noun βόδι · βόδια · βοδιού · βοδιών
- μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες ※ Αμέσως ο Φίλιππος σηκώνεται, πάει στο παχνί, σφάζει το καλό του βόδι, το λιανίζει και το μοιράζει στους χωριανούς για να αποκρέψουν καταπώς πρέπει. (H νηστεία των Χριστουγέννων, η Μικρή Σαρακοστή, ξεκινά: έθιμα, παραδόσεις, διατροφή, 15/11/2025, kathimerini.gr https://www.kathimerini.gr/k/gastrono
- το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία
- ο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα
- , (μειωτικά) ο ευτραφής
- ο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος
- ο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας
Thesaurus
In English
Talk about this word "βόδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. βόδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B9 "βόδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βόδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}