βόθρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βόθρος

Where it comes from

βόθρος < αρχαία ελληνική βόθρος

noun βόθρος · βόθροι · βόθρου · βόθρων · βόθρο · βόθρους

  1. σκεπασμένος μεγάλος λάκκος, που χρησιμοποιείται για να συγκεντρώνονται και να απορροφούνται, σταδιακά από το έδαφος, τα σπιτικά απόβλητα
  2. figuratively, μεταφορικά, σε εκφράσεις όπως: το στόμα του είναι βόθρος, άνοιξε πάλι ο βόθρος ή παρόμοιες η αθυροστομία
  3. χαβούζα
  4. ανατομία κοιλότητα συνήθως σε οστό, όπου σχηματίζεται ένα ανατομικό στοιχείο Ο τρίγωνος βόθρος είναι ένα ανατομικό τμήμα του έξω ωτός.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βόθρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βόθρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"βόθρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βόθρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}