βόλεϊ
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
βόλεϊ
- ˈvo.lei̯
어원
βόλεϊ < (άμεσο δάνειο) αγγλική volleyball < volley + ball (μπάλα) με αποβολή του δεύτερου συνθετικού < volley < γαλλική volée (πτήση, ρίψη) < voler (πετάω) < λατινική volō (πετώ) < πρωτοϊταλική *gʷelāō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷelh₁-éh₂-ye-ti (ρίχνω, σηκώνω το χέρι) < *gʷelH- (ρίχνω) → δείτε τα ομόρριζα βάλλω, βολή, βέλος, βλήμα
명사 βόλεϊ
- ομαδικό άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των έξι ατόμων σε γήπεδο χωρισμένο στη μέση με δίχτυ· κάθε ομάδα προσπαθεί να ρίξει την μπάλα στη μεριά των αντιπάλων, ώστε να ακουμπήσει στο έδαφος ή να αναγκάσει τους αντιπάλους να τη βγάλουν εκτός αγωνιστικού χώρου
비슷한 말: πετοσφαίριση, πετόσφαιρα
유의어·반의어
명사
비슷한 말: πετοσφαίριση, πετόσφαιρα
영어로
- volleyball game
이 단어에 대해 이야기하기 "βόλεϊ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CF%8A. Accessed 6 Nov. 2026. βόλεϊ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CF%8A "βόλεϊ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CF%8A.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {βόλεϊ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CF%8A},
urldate = {2026-11-06}
}