βότανο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βότανο

  • ˈvo.ta.no

Where it comes from

βότανο <(κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βότανον < βοτανίζω

noun βότανο · βότανα · βότανου · βοτάνου · βότανων · βοτάνων

  1. ποώδες φυτό
  2. especially, ειδικότερα φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες ※ Ο κομπογιαννίτης περιεφέρετο εἰς τὸν δρόμον σοβαρώτατος , κρατών κιβωτίδιον πλῆρες φαρμάκων, ὁ δὲ βοηθός του (τὸ κοπέλλι) ἐφώναζε: «γιατρός ! γιατρικά ! βότανα γιὰ κάθε ἀρρώστια !» (Δημήτριος Γρηγορίου Καμπούρογλους, Ιστορία των Αθηνών Τουρκοκρατία. Περίοδος πρώτη 1458-1687, τόμος 3, Α. Παπαγεωργί
  3. broadly, κατ’ επέκταση τμήμα φυτού με φαρμακευτικές ιδιότητες, συνήθως αποξηραμένο, αλλά και το υγρό παρασκεύασμα που φτιάχνεται από αυτό (αφέψημα, εκχύλισμα κλπ.)

    Similar: μαντζούνι

In English

  • herb plant used in medicine

Talk about this word

Cite this
MLA

"βότανο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βότανο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF

Chicago

"βότανο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βότανο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}