γάλα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γάλα¹
- ˈɣa.la
- ˈɣa.ɻa
Where it comes from
γάλα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάλα
noun γάλα · γάλατα · γάλατος · γάλακτος · γαλάτων
- θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους αγελαδινό γάλα
- το υγρό που υφίσταται επεξεργασία από γαλακτοβιομηχανίες για κατανάλωση ή για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων παστεριωμένο γάλα
Similar: βυζόχυμα, μασταροζούμι, μασταρόζουμο, απάρμεγμα
Γάλα²
Where it comes from
Γάλα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Γάλα · Γάλας · Gala
- γυναικείο επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: βυζόχυμα, μασταροζούμι, μασταρόζουμο, απάρμεγμα
In English
- milk liquid
Talk about this word "γάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B1 "γάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γάλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}