γάμπα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γάμπα¹

Where it comes from

γάμπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική gamba (μηρός ανθρώπου, τμήμα της κάλτσας και του παντελονιού στο ύψος της κνήμης) < υστερολατινική camba / gamba (πόδι αλόγου και γενικά τετράποδου) < αρχαία ελληνική καμπή (δωρικά : καμπά) (κάμψη, λύγισμα, καμπυλωτό τμήμα, άρθρωση) (αντιδάνειο)

noun γάμπα · γάμπες · γάμπας

  1. ανθρώπινο σώμα το πίσω σαρκώδες μέρος της κνήμης ※ Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)

Γάμπα²

Where it comes from

Γάμπα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Γάμπα · Gampa

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • calf anatomy: back of the leg below the knee

Talk about this word

Cite this
MLA

"γάμπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γάμπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1

Chicago

"γάμπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γάμπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}