γάτα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γάτα¹
- ˈɣa.ta
Where it comes from
γάτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γάτα
noun γάτα · γάτες · γάτας · γατών
- κατοικίδιο τετράποδο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Έχει ευλύγιστο σώμα, στρογγυλό κεφάλι, μακριά ουρά και γαμψά νύχια που εξυπηρετούν στην αναρρίχηση και τη σύλληψη του θηράματος ※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν, που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί, κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι, περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
-
πολύ έξυπνος άνθρωπος
Similar: γατόνι
- φυτό του είδους Χαϋναλδία η χνοώδης (Uncaria tomentosa)
- κοινή ονομασία ορισμένων ψαριών, τα γατόψαρα
Γάτα²
- ˈɣa.ta
Where it comes from
Γάτα < γενική ενικού του αρσενικού Γάτας
proper noun Γάτα · Gata
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γάτας
proper noun Γάτα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γάτας
In English
Talk about this word "γάτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γάτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B1 "γάτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γάτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}