γέμιση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γέμιση

  • ˈʝe.mi.si

Where it comes from

γέμιση < (γεμίζω) γεμι- + -ση

noun γέμιση · γεμίσεις · γέμισης · γεμίσεων

  1. γαστρονομία, μαγειρική το υλικό (τυρί, ρύζι κλπ) που προστίθεται και γεμίζει το εσωτερικό μιας πίτας, ενός γεμιστού λαχανικού, μιας γαλοπούλας, ενός τοστ κλπ ※ Χωρίζουμε τη ζύμη σε δύο μέρη και την απλώνουμε στον ελαφρώς αλευρωμένο πάγκο της κουζίνας. Με τον πλάστη ανοίγουμε δύο λεπτά φύλλα. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 170°C-180°C, στον αέρα. Βουτυρώνουμε ένα ταψί και στρώνουμε το ένα φύλλο. Απλώνουμε τη γέμιση της μελόπιτας και σκεπάζουμε με το άλλο

In English

  • stuffing food items used to stuff another
  • filling anything used to fill something

Talk about this word

Cite this
MLA

"γέμιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γέμιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7

Chicago

"γέμιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γέμιση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}