γέροντας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γέροντας¹
- ˈʝe.ɾon.das
Where it comes from
γέροντας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γέροντας < αιτιατική γέροντα του αρχαία ελληνική γέρων. Δείτε και γέρος, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵerh₂-
noun γέροντας · γέροντες · γερόντοι · γέροντα · γερόντων
- ηλικιωμένος άντρας, γέρος (ως προσφώνηση δείχνει σεβασμό) ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ἡ θάλασσα, από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, αρχική έκδοση: Αθήνα 1899.
- ο μοναχός
- προεστός, δημογέροντας (και πληθυντικός οι γερόντοι)
Γέροντας²
Where it comes from
Γέροντας < γέροντας
proper noun Γέροντας · Γερονταίοι · Γέροντα · Γερονταίων · Γερονταίους
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γέροντα)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "γέροντας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γέροντας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82 "γέροντας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γέροντας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}