γέφυρα
Ελληνικά
AI En palabras sencillas
Escribiendo una explicación breve…
Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.
γέφυρα¹
- ˈʝe.fi.ɾa
De dónde viene
γέφυρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γέφυρα
sustantivo γέφυρα · γέφυρες · γέφυρας · γεφυρών
- κατασκευή που επιτρέπει το πέρασμα ανθρώπων, οχημάτων κλπ. πάνω από ποτάμια, χαράδρες, θαλάσσια στενά ή άλλα φυσικά ή ανθρωπογενή εμπόδια ※ Εἰς τό πρῶτον σημεῖον, τό κατέναντι τῆς Χαιρωνείας, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου ὁ Κηφισός παραρρέει τήν ἀρχήν τοῦ βραχώδους Ἀκοντίου ὅρους καί ἡ πρός τήν Ἀταλάντην ἀτραπός διέρχεται τήν λίθινην τοῦ ποταμοῦ γέφυραν, θά ὑπῆρχε πᾶς λόγος νά ζητηθῇ τό Πολυάνδριον τῶν Μακεδόνων, ἐάν ἤθελε ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἑλληνικός
- οτιδήποτε διευκολύνει την προσέγγιση και την επικοινωνία ανθρώπων, ομάδων, κρατών κλπ. μεταξύ τους και συντελεί στην άμβλυνση των διαφορών ή των διαφωνιών
- κατασκεύασμα με ελάσματα και γεφυρώματα που τοποθετείται στα σημεία της οδοντοστοιχίας που λείπουν ένα ή περισσότερα δόντια
- το υπερυψωμένο επίπεδο ενός πλοίου πάνω από το κατάστρωμά του, όπου βρίσκονται τα συστήματα διακυβέρνησής του ※ Εξακολουθούσα να ξυπνάω χαράματα, λες και θα πήγαινα στη γέφυρα για τιμόνι. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])
- γυμναστική άσκηση κατά την οποία το σώμα του ασκούμενου λυγίζει προς τα πίσω, τα χέρια και τα πόδια ακουμπούν στο δάπεδο, ώστε ο κορμός να σχηματίζει τόξο
- δομή του οπίσθιου μέρους του εγκεφάλου
- μηχανισμός μεταφοράς δεδομένων από ένα ή πολλά σημεία αποθήκευσης σε ένα ή πολλά άλλα
- bridge: δικτυακή συσκευή που συνδέει δύο ή περισσότερα τοπικά δίκτυα (LAN) στο επίπεδο 2 του μοντέλου OSI υπερώνυμα: συσκευή δικτύου
Γέφυρα²
- ˈʝe.fi.ɾa
De dónde viene
Γέφυρα < γέφυρα
nombre propio Γέφυρα · Γέφυρες · Γέφυρας · Γεφυρών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
En inglés
Conversar sobre esta palabra "γέφυρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γέφυρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1 "γέφυρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {γέφυρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}