γίδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γίδι
Where it comes from
γίδι < μεσαιωνική ελληνική γίδιν < αρχαία ελληνική αἰγίδιον, υποκοριστικό του αἴξ
noun γίδι · γίδια · γιδιού · γιδιών
- το κατσίκι ※ Ὁ πειραιώτης φαντάρος λοιπόν, βρῆκε τρόπο νὰ ἐκπορθεῖ χωρὶς αἷμα αὐτὰ τὰ παρατηρητήρια. Ἤξερε πόσο οἱ ἰταλοὶ συγκινοῦνται ὅταν ἀκοῦνε βέλασμα γιδιοῦ ἢ προβάτου. Καὶ ἤξερε ἀκόμα νὰ παρασταίνει περίφημα τὸ βέλασμα αὐτό. Ὅτὰν λοιπὸν τὸν βοηθοῦσε τὸ σκοτάδι, πλησίαζε βελάζοντας τὴν ἐχθρικὴ θέση. Οἱ Ἰτ
- ο χωρίς καλούς τρόπους συμπεριφοράς, ο αγροίκος
- κοπάδι γιδιών βόσκουνε τα γίδια
Thesaurus
In English
- goat animal
Talk about this word "γίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. γίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "γίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}