γαβάθα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
γαβάθα¹
- ɣaˈva.θa
Откуда оно
γαβάθα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *γαβαθα < καβαθα (→ δείτε και ελληνιστική κοινή γάβαθον, μεσαιωνική ελληνική γαβάθιν) < λατινική ganat(h)a < σημιτικής προέλευσης ή προέλευσης από την προελληνική
существительное γαβάθα · γαβάθες · γαβάθας · γαβαθών
- παραδοσιακό βαθύ ανοιχτό σκεύος για φαγητό μεγάλου σχήματος
- η ποσότητα υγρού ή φαγητού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος
Γαβάθα²
- ɣaˈva.θa
Откуда оно
Γαβάθα < γενική ενικού του αρσενικού Γαβάθας
имя собственное Γαβάθα · Гавата · Гавафа · Gavatha
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γαβάθας
имя собственное Γαβάθα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γαβάθας
По-английски
- bowl container for food
Обсудить это слово "γαβάθα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γαβάθα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%B1 "γαβάθα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {γαβάθα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}