γαζέλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γαζέλα
- ɣaˈze.la
Where it comes from
γαζέλα < (οπτικό δάνειο) γαλλική gazell(e) + -α < αραβική غَزَال (ḡazāl)
noun γαζέλα · γαζέλες · γαζέλας · γαζελών
- αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο ※ Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.
- χαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη ※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
- μικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς
noun γαζέλα · γαζέλες · γαζέλας · γαζελών
- είδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα
In English
Talk about this word "γαζέλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γαζέλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1 "γαζέλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γαζέλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}