γαζέλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γαζέλα

  • ɣaˈze.la

Where it comes from

γαζέλα < (οπτικό δάνειο) γαλλική gazell(e) + -α < αραβική غَزَال (ḡazāl)

noun γαζέλα · γαζέλες · γαζέλας · γαζελών

  1. ζωολογία αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο ※ Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.
  2. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη ※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
  3. figuratively, μεταφορικά, οικονομία μικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς

noun γαζέλα · γαζέλες · γαζέλας · γαζελών

  1. λογοτεχνία είδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γαζέλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γαζέλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1

Chicago

"γαζέλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γαζέλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}