γαλαζοπράσινος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γαλαζοπράσινος

  • ɣa.la.zoˈpɾa.si.nos

Where it comes from

γαλαζοπράσινος < γαλαζ(ιο) + -ο- + πράσινος

adjective γαλαζοπράσινος · γαλαζοπράσινη · γαλαζοπράσινο · γαλαζοπράσινου · γαλαζοπράσινης

  1. χρώμα φυσική ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου χρώματος, απόχρωση που είναι ανάμεσα στο γαλάζιο και στο πράσινο (με κυρίαρχο το πρώτο) ο γαλαζοπράσινος πλανήτης (ο δικός μας από μακριά)
  2. η τεχνητή ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου (με κυρίαρχο το πρώτο) γαλαζοπράσινοι φακοί επαφής
  3. figuratively, μεταφορικά το κοινό σύνολο που σχηματίζει το σύνολο Α της Νέας Δημοκρατίας με το σύνολο Β του ΠΑΣΟΚ ο γαλαζοπράσινος υπουργός

In English

  • grue linguistics: green or blue in languages that do not distinguish the two colors

Talk about this word

Cite this
MLA

"γαλαζοπράσινος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γαλαζοπράσινος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"γαλαζοπράσινος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γαλαζοπράσινος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}