γαρίφαλο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γαρίφαλο

  • ɣaˈɾi.fa.lo

Where it comes from

γαρίφαλο < (αντιδάνειο) μεσαιωνική ελληνική / γαρόφαλον / γαρούφαλο / γαρυόφαλον < βενετική garofolo < λατινική garofolum < ελληνιστική κοινή καρυόφυλλον πιθανόν ανατολικής προέλευσης. Κατά μία άποψη, παρετυμολόγηση κάρυον + φύλλον απ' όπου και η γραφή με ύψιλον

noun γαρίφαλο · γαρίφαλα · γαρίφαλου · γαρίφαλων

  1. βοτανική, λουλούδι το άνθος της γαριφαλιάς (Dianthus caryophyllus)· έχει διάφορα χρώματα, λεπτό άρωμα και πολύ πυκνά πέταλα
  2. μπαχαρικό που προκύπτει από τον αποξηραμένο καρπό του δέντρου Καρυόφυλλος ο αρωματικός· μοιάζει με μικρό καρφί κι έχει έντονη γεύση

    Similar: μοσχοκάρφι

Talk about this word

Cite this
MLA

"γαρίφαλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γαρίφαλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF

Chicago

"γαρίφαλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γαρίφαλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}