γαργάρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γαργάρα¹
Where it comes from
γαργάρα < (ελληνιστική κοινή) < (ηχομιμητική λέξη) (από αναδιπλασιασμό τού «γαρ-γαρ»)
noun γαργάρα · γαργάρες · γαργάρας
- το πλύσιμο του λάρυγγα με νερό ή κάποιο διάλυμα το οποίο δεν καταπίνουμε, αλλά, με γερμένο το κεφάλι προς τα πίσω, το κρατάμε στο ύψος της σταφυλής και το ανακινούμε εκπνέοντας κάνει γαργάρες για τον πονόλαιμο
- το νερό ή το διάλυμα που χρησιμοποιούμε για την γαργάρα
Γαργάρα²
Where it comes from
Γαργάρα < γενική ενικού του αρσενικού Γαργάρας
proper noun Γαργάρα · Γαργάρας · Gargara
- γυναικείο επώνυμο
In English
- gargle liquid
Talk about this word "γαργάρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γαργάρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B1 "γαργάρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γαργάρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}