γδάρσιμο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γδάρσιμο

  • ˈɣðaɾ.si.mo

Where it comes from

γδάρσιμο < γδέρνω

noun γδάρσιμο · γδαρσίματα · γδαρσίματος · γδαρσιμάτων

  1. η ενέργεια με την οποία γδέρνω, η αφαίρεση του δέρματος ενός ζώου ※ Πριν γίνει ψηφιοποίηση, το αρνητικό πρέπει να καθαρίζεται από τυχόν γραμμές και γδαρσίματα. Και μετά την ψηφιοποίηση, στη διάρκεια του εταλονάζ, δηλαδή του τεχνικού ελέγχου των χρωμάτων, ο διευθυντής φωτογραφίας δουλεύει, βέβαια, μ' έναν τεχνικό (εταλονέρ), αλλά αυτός είναι που κανονίζει την ποσότ
  2. σχετικά μικρή σε έκταση λύση της συνέχειας του δέρματος από τραυματισμό

Similar: εκδορά, γρατζουνιά, αμυχή

Thesaurus

In English

  • graze act of grazing or scratching lightly

Talk about this word

Cite this
MLA

"γδάρσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B4%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γδάρσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B4%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"γδάρσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B4%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γδάρσιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B4%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}