γελάω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γελάω

  • ʝeˈla.o

Where it comes from

γελάω < γελ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γελῶ, συνηρημένος τύπος του γελάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵelh₂-

verb γελάω · γελώ · γελούσα · γέλαγα · γέλασα · γελιέμαι

  1. intransitive, μόνον στην ενεργητική φωνή, αμετάβατο αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο Είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας.
  2. figuratively, intransitive, μόνον στην ενεργητική φωνή, αμετάβατο, μεταφορικά αντιδρώ θετικά σε κάτι ευχάριστο Γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε.
  3. μόνον στην ενεργητική φωνή, +μαζί με κάποιον περιγελώ Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου.
  4. transitive, ενεργητική και παθητική φωνή, γελιέμαι, μεταβατικό δίνω σε κάποιον μια ανακριβή πληροφορία —Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; —Θα σε γελάσω.
  5. ενεργητική και παθητική φωνή, γελιέμαι ξεγελώ, εξαπατώ, κοροϊδεύω Πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού.

Similar: χασκογελάω, χασκογελώ, χαχανίζω, χασκαρίζω, ιδιωματικό

Thesaurus

In English

  • laugh show mirth by peculiar movement of the muscles of the face and emission of sound
  • roar to laugh in a particularly loud manner

Talk about this word

Cite this
MLA

"γελάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γελάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%89

Chicago

"γελάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γελάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}