γελαστός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γελαστός¹
Where it comes from
γελαστός < αρχαία ελληνική γελαστός
adjective γελαστός · γελαστή · γελαστό · γελαστού · γελαστής
- που έχει χαρούμενη έκφραση, που χαμογελά, που συνηθίζει να γελά, να χαμογελά, να δείχνει ή να είναι σε ευχάριστη διάθεση ※ Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία. (Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη, 1996)
Γελαστός²
Where it comes from
Γελαστός < γελαστός
proper noun Γελαστός · Γελαστοί · Γελαστού · Γελαστών · Γελαστό · Γελαστούς
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "γελαστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γελαστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82 "γελαστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γελαστός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}