γενίτσαρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γενίτσαρος¹
- ʝeˈni.t͡sa.ɾos
Where it comes from
γενίτσαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γενίτσαρος / γιανίτσαρος < οθωμανική τουρκική یڭیچری (τουρκική yeniçeri / yaniçari) < یڭی (yeñi), yeni (νέος) + چری (çeri), çeri (στρατιώτης)
noun γενίτσαρος · γενίτσαροι · γενίτσαρου · γενιτσάρου · γενίτσαρων · γενιτσάρων
- στρατιώτης του οθωμανικού πεζικού, που ανήκε σε επίλεκτο σώμα που το συγκροτούσαν απαχθέντες εξισλαμισμένοι Χριστιανοί σε μικρή ηλικία (δείτε και παιδομάζωμα) επίθεση γενιτσάρων
- κάποιος που συμπεριφέρεται και ενεργεί με φανατισμό, βία, μισαλλοδοξία και αντεκδίκηση
Γενίτσαρος²
Where it comes from
Γενίτσαρος < γενίτσαρος
proper noun Γενίτσαρος · Γενιτσάρου · Genitsaros
- ανδρικό επώνυμο
In English
- janissary former Turkish soldier
Talk about this word "γενίτσαρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γενίτσαρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82 "γενίτσαρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γενίτσαρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}