γενική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γενική
- ʝe.niˈci
Where it comes from
γενική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γενική (εννοείται πτῶσις), θηλυκό του αρχαίου γενικός (που ανήκει στο γένος)
noun γενική · γενικές · γενικής · γενικών
- πτώση που δηλώνει τον κτήτορα, ή την αξία, τη διαίρεση και άλλες ιδιότητες Γενική πτώση: Μία από τις πλάγιες πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός με χαρακτηριστική περίπτωση τη δήλωση του κτήτορα· χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών προσδιορισμών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις.
adjective γενική · γενικές · γενικής · γενικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενικός
In English
- genitive of a grammatical case: expressing that a thing denoted by a word is related to a
- genitive case grammatical case used to express a relationship of origin or possession
Talk about this word "γενική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. γενική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE "γενική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γενική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}