γεράκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γεράκι¹
- ʝeˈɾa.ci
Where it comes from
γεράκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γεράκιν < ἱεράκιον < αρχαία ελληνική ἱέραξ
noun γεράκι · γεράκια · γερακιού · γερακιών
- γενική ονομασία αρπαχτικών ημερόβιων πτηνών με γαμψά νύχια και ράμφος, μακριές φτερούγες και οξύτατη όραση ※ Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίνονταν έτοιμα να πετάξουν, σαν να ήταν ζωντανά (Χρύσα Σπυροπούλου, Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, ε
- ο φιλοπόλεμος αξιωματούχος
Γεράκι²
- ʝeˈɾa.ci
Where it comes from
Γεράκι < γεράκι
proper noun Γεράκι · Γερακιού
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "γεράκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. γεράκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "γεράκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γεράκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}