γερούνδιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γερούνδιο

Where it comes from

γερούνδιο < (καθαρεύουσα) γερούνδιον < (λόγιο δάνειο) νεολατινική gerundium < υστερολατινική gerundium

noun γερούνδιο · γερούνδια · γερούνδιου · γερουνδίου · γερούνδιων · γερουνδίων

  1. γραμματική, στη λατινική γραμματική ρηματικό ουσιαστικό, αντίστοιχο στη λειτουργία του με το έναρθρο απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής
  2. στην αγγλική γραμματική το ρηματικό ουσιαστικό που λήγει σε -ing και ταυτίζεται μορφολογικά με την ενεργητική μετοχή
  3. στη γαλλική γραμματική και σε άλλες γλώσσες ρηματικός τύπος που λειτουργεί ως επίρρημα και ταυτίζεται μορφολογικά με την ενεργητική μετοχή

In English

  • gerund verb form functioning as a verbal noun

Talk about this word

Cite this
MLA

"γερούνδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γερούνδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BF

Chicago

"γερούνδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γερούνδιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}