γεύση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γεύση

  • ˈʝef.si

Where it comes from

γεύση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γεῦ(σις) + -ση < γεύομαι

noun γεύση · γεύσεις · γεύσης · γεύσεων

  1. μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα των τροφών και των υγρών στο στόμα ανάλογα με τον τρόπο που ερεθίζουν τη γλώσσα
  2. η εντύπωση που δημιουργεί στη γλώσσα κάτι που τρώμε η γλώσσα έχει υποδοχείς για τις πέντε βασικές γεύσεις, το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό και το ουμάμι
  3. figuratively, μεταφορικά η ευχάριστη ή δυσάρεστη εντύπωση που αφήνει κάτι που ζούμε μου άφησε πολύ άσχημη γεύση

In English

  • taste one of the sensations produced by the tongue

Talk about this word

Cite this
MLA

"γεύση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γεύση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%83%CE%B7

Chicago

"γεύση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γεύση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}