γη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γη¹
- ˈʝi
Where it comes from
γη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γῆ / γαῖα, αβέβαιης άλλης ετυμολογίας
noun γη
-
το σύνολο των κατοίκων του πλανήτη Γη
Όλη η γη οφείλει σεβασμό στο περιβάλλον
Similar: κόσμος, υφήλιος, ανθρωπότητα
- η επιφάνεια του πλανήτη Γη, συνήθως σε αντιδιαστολή με τον ουρανό ή τον μεταθανάτιο κόσμο Σ' αυτή τη γη όλα πληρώνονται.
- ο εξωτερικός φλοιός της Γης Η γη διακρίνεται σε θάλασσα και ξηρά.
- ό,τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας, το έδαφος Η γη άρχισε να τρέμει.
- το χώμα Οι βροχές ανακούφισαν τη διψασμένη γη.
- η ξηρά, η στεριά Από το μεσαίο κατάρτι με τρελή χαρά φώναξε "γη!" ο ναύτης που παρατηρούσε τον ορίζοντα.
- μια περιοχή ή χώρα που διακρίνεται από μια άλλη μυστηριώδης / αφιλόξενη / ελληνική / νησιωτική γη
- ο τόπος με τον οποίο κάποιος έχει συναισθηματικούς δεσμούς η γη των προγόνων
- έκταση στην οποία δεν υπάρχουν κτίρια, το οικόπεδο ασχολείται με αγοραπωλησίες γης
- μία έκταση κατάλληλη για καλλιέργεια, χωράφι, αγρός Αυτή τη γη την φρόντισα και μου το ανταπέδωσε.
- μεγάλο σώμα που είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού (όπως π.χ. η Γη), ή κοινός αγωγός ή σημείο ενός ηλεκτρικού κυκλώματος, του οποίου το ηλεκτρικό δυναμικό μπορεί να θεωρηθεί ίσο με μηδέν Το καλώδιο τροφοδοσίας των ηλεκτρικών συσκευών περιλαμβάνει συνήθως τρεις αγωγούς: φάση, ουδέτερο και γη.
Γη²
- ˈʝi
Where it comes from
Γη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γῆ
proper noun Γη · Γης
- ο τρίτος, σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο, πλανήτης του ηλιακού συστήματος η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο
- ο πλανήτης στον οποίο βρισκόμαστε η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο
- η θεά Γαία στη δημοτική
In English
Talk about this word "γη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. γη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7 "γη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}