γηραιός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γηραιός
- ʝi.ɾeˈos
Where it comes from
γηραιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γηραιός < γῆρας
adjective γηραιός · γηραιά · γηραιό · γηραιού · γηραιάς
- λόγια μορφή για τις λέξεις γέρος, γέροντας: ηλικιωμένος ή φθαρμένος άνθρωπος ή αντικείμενο Μου το έδωσε μια σεβάσμια γηραιά κυρία.
- ο «Ηρακλής», το πρώτο ποδοσφαιρικό σωματείο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη - εξ ου και το προσωνύμιο «Γηραιός»
In English
Talk about this word "γηραιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7%CF%81%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γηραιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7%CF%81%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%82 "γηραιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7%CF%81%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γηραιός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B7%CF%81%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}