γιαλός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γιαλός¹
- ʝaˈlos
Where it comes from
γιαλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιαλός < αρχαία ελληνική αἰγιαλός < ἀΐσσω + ἅλς (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séh₂l- / *séh₂ls: αλάτι)
noun γιαλός · γιαλοί · γιαλού · γιαλών · γιαλό · γιαλούς
- η ακρογιαλιά, προσβάσιμη ακτή Σήμερα πάλι λιόχαρος είν' ο γιαλός κι ο δρόμος / ο ερημικός που σέρνεται κοντά στ' ακροθαλάσσι. (Λάμπρος Πόρφυρας, 1879–1932)
Similar: ακρογιάλι, ακρογιαλιά, ακροθαλασσιά, παραλία, περιγιάλι
Γιαλός²
Where it comes from
Γιαλός < γιαλός
proper noun Γιαλός · Γιαλοί · Γιαλού · Γιαλών · Γιαλό · Γιαλούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: ακρογιάλι, ακρογιαλιά, ακροθαλασσιά, παραλία, περιγιάλι
Talk about this word "γιαλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γιαλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82 "γιαλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γιαλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}