γιόμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γιόμα
- ˈʝo.ma
Where it comes from
γιόμα <
:* (για το γεύμα, μεσημέρι) (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιόμα(ν) / γέμα(ν) < γεῦμα(v) < αρχαία ελληνική γεῦμα
:* (για το μεσουράνημα) → δείτε τις λέξεις γιομίζω και γέμω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun γιόμα
- το μεσημεριανό φαγητό ※ Αλί που γιόμα καρτερεί και δείπνο από γειτόνους! (Πολίτης, Νικόλαος, Παροιμίαι - Τόμος Γ΄, Εκδ. Πελεκάνος, 2015, σελ. 444 books.google)
- το κολατσιό πριν το μεσημεριανό φαγητό
- το μεσημέρι ※ Κάνει γραφή και στέλνει τη με το πουλί τ' αηδόνι.
- το μεσουράνημα, (για τον ήλιο) το σημείο του ουρανού όπου βρίσκεται ο ήλιος το μεσημέρι ※ όσο να σκάσει ο αυγερινός, να πάει η πούλια γιόμα (από δημοτικό τραγούδι)
verb γιόμα
- β' ενικό προστακτικής του ρήματος γιομίζω ή γιομώνω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) γιόμα το (γέμισέ το)
Talk about this word "γιόμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γιόμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B1 "γιόμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γιόμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}