γκίζα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γκίζα¹
Where it comes from
γκίζα < αρωμουνική < αλβανική gjizë < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sr̥djo (τυρόγαλα, ορός γάλακτος)
noun γκίζα · γκίζες · γκίζας
- είδος μυζήθρας, λευκό και μαλακό τυρί, που παρασκευάζεται από τυρόγαλο και είναι κατάλληλο για την παρασκευή διαφόρων ειδών πίτας
Γκίζα²
- ˈɟi.za
Where it comes from
Γκίζα < αραβική الجيزة (il-Gīza)
proper noun Γκίζα
- πόλη της Αιγύπτου, γνωστή για τις πυραμίδες της ※ Εντυπωσιακά είναι τα ευρήματα αρχαιολογικής ανασκαφής στην Γκίζα της Αυγύπτου. Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως μια νεκρόπολη του Παλαιού Βασιλείου, ηλικίας 4.500 ετών, η αποκάλυψη της οποίας καλύφθηκε από πολλά διεθνή ΜΜΕ.
proper noun Γκίζα · Γκίζας · Gkiza
- γυναικείο επώνυμο
In English
- Giza city in Egypt
Talk about this word "γκίζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. γκίζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CE%B1 "γκίζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γκίζα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CE%B6%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}