γκαντέμης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γκαντέμης¹

  • ɡaˈde.mis

Where it comes from

γκαντέμης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قدم (τουρκική kadem (πόδι, βήμα, μεταφορικά: καλή τύχη) ειρωνικά, όπως το αντίθετου του με το δεξί (πόδι). Με ηχηροποίηση [k] > [ɡ] από συμπροφορά με το άρθρο (tonkademi > toŋɡadmi > ton ɡademi) < περσική قدم (qadam) < αραβική قَدَم (qadam, στη σημασία πόδι). Λιγότερο πιθανή η σύνδεση με την τουρκική kademsiz (χωρίς (-siz) τύχη). Η συσχέτιση με την αγγλική goddamn (κατάρα!), goddamned (θεοκατάρατος) είναι παρετυμολογική.

noun γκαντέμης · γκαντέμηδες · γκαντέμη · γκαντέμηδων

  1. αυτός που προκαλεί κακή τύχη στους γύρω του

    Similar: γρουσούζης

  2. αυτός που δεν έχει τύχη, που όλα « του έρχονται στραβά »

    Similar: κακότυχος, άτυχος

Γκαντέμης²

Where it comes from

Γκαντέμης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Γκαντέμης · Γκαντέμηδες · Γκαντέμη · Γκαντέμηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • jinx a person or thing supposed to bring bad luck
  • schlimazel a chronically unlucky person

Talk about this word

Cite this
MLA

"γκαντέμης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκαντέμης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82

Chicago

"γκαντέμης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκαντέμης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}