γκραβούρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γκραβούρα
Where it comes from
γκραβούρα < (οπτικό δάνειο) γαλλική gravure
noun γκραβούρα · γκραβούρες · γκραβούρας · γκραβούρων
- μέθοδος χαρακτικής πάνω σε ένα σκληρό υλικό, συνήθως χρησιμοποιούμενη από καλλιτέχνες.
- το έργο τέχνης που παράγεται από την ομώνυμη μέθοδο. ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και
- η πράξη κατά την οποία αφαιρείται ένα υλικό που καλύπτει ένα σκληρό υπόστρωμα, σύμφωνα με ένα σχέδιο
In English
- gravure printing method
Talk about this word "γκραβούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γκραβούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1 "γκραβούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γκραβούρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}