γκραβούρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γκραβούρα

Where it comes from

γκραβούρα < (οπτικό δάνειο) γαλλική gravure

noun γκραβούρα · γκραβούρες · γκραβούρας · γκραβούρων

  1. τέχνη μέθοδος χαρακτικής πάνω σε ένα σκληρό υλικό, συνήθως χρησιμοποιούμενη από καλλιτέχνες.
  2. το έργο τέχνης που παράγεται από την ομώνυμη μέθοδο. ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και
  3. ηλεκτρονική η πράξη κατά την οποία αφαιρείται ένα υλικό που καλύπτει ένα σκληρό υπόστρωμα, σύμφωνα με ένα σχέδιο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"γκραβούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκραβούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"γκραβούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκραβούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}