γκρινιάρης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γκρινιάρης¹

  • ɡɾiˈɲa.ɾis

Where it comes from

γκρινιάρης < γκρίν(ια) + -ιάρης και (ουσιαστικοποιημένο)

adjective γκρινιάρης · γκρινιάρα · γκρινιάρικο · γκρινιάρη · γκρινιάρας · γκρινιάρικου

  1. που γκρινιάζει συχνά, που παραπονιέται για τα πάντα «Η γκρινιάρα κατσίκα», τίτλος παραμυθιού από τη συλλογή ρώσικων παραμυθιών του Αλεξέι Νικολάγιεβιτς Τολστόι που μετέφρασε ο Γιάννης Ρίτσος το 1976.

noun γκρινιάρης · γκρινιάρα · γκρινιάρικο · γκρινιάρη · γκρινιάρας · γκρινιάρικου

  1. παιχνίδι είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού

Γκρινιάρης²

Where it comes from

Γκρινιάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Γκρινιάρης · Γκρινιάρηδες · Γκρινιάρη · Γκρινιάρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"γκρινιάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκρινιάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"γκρινιάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκρινιάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}