γκώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γκώνω

Where it comes from

γκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική 'γκώνω / αγκώνω / εγκώνω / ογκώνω < αρχαία ελληνική ὀγκόω / ὀγκῶ < ὄγκος

verb γκώνω · έγκωνα · θα γκώνω · να γκώνω · γκώνοντας

  1. idiomatic, vulgar, ιδιωματικό, λαϊκότροπο μπουχτίζω, αισθάνομαι κορεσμό, συνήθως απ' το πολύ φαγητό, αλλά και μεταφορικά ※ Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει». (Νίκος Σαραντάκος, Γκώσαμε, ή
  2. dated, idiomatic, ιδιωματικό, παρωχημένο στομώνω

Talk about this word

Cite this
MLA

"γκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"γκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}