γλαφυρός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλαφυρός¹

  • ɣla.fiˈɾos

Where it comes from

γλαφυρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλαφυρός (αρχαία σημασία: καλογυαλισμένος)

adjective γλαφυρός · γλαφυρή · γλαφυρό · γλαφυρού · γλαφυρής

  1. που περιγράφει κάτι με παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικό πλούτο γλαφυρό ύφος
  2. figuratively, μεταφορικά ο ευχάριστος ή εύκολος στην ανάγνωση γλαφυρό ύφος (εδώ μεταφορικά, που δεν πληροί όλα τα προαπαιτούμενα της γλαφυρότητας)
  3. figuratively, μεταφορικά ο ευχάριστος και χαρωπός, ο ενδιαφέρων γλαφυρό πνεύμα

Γλαφυρός²

Where it comes from

Γλαφυρός < γλαφυρός

proper noun Γλαφυρός

  1. ανδρικό όνομα

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλαφυρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλαφυρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"γλαφυρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλαφυρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}