γλείψιμο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλείψιμο

Where it comes from

γλείψιμο < γλείφω + -ιμο

noun γλείψιμο · γλειψίματα · γλειψίματος · γλειψιμάτων

  1. η ενέργεια του γλείφω
  2. η κολακεία προς ανώτερο που αποσκοπεί στο να αποσπάσει την εύνοιά του
  3. το μέσον, η γνωριμία με πρόσωπα που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα τον σκοπό του έχω γλείψιμο και κάπως θα τα καταφέρω, θα με βγάλει λάδι
  4. σεξουαλική πράξη ※ «Εκείνη που επιδίδεται στις «μικρές τεχνικές» της ερωτικής πράξης - παραλείποντας τις ανώτερες όπως το τσιμπούκι, το γλείψιμο, τη σοδομία, τους ασυνήθιστους τρόπους ... » Θεέ μου, εντυπωσιάστηκα από τις γνώσεις του, την κοσμοπολίτικη πληροφόρησή του, από την τόλμη του να χρησιμοποιεί λέξεις που δε

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλείψιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλείψιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"γλείψιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλείψιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}