γλείψιμο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γλείψιμο
Where it comes from
γλείψιμο < γλείφω + -ιμο
noun γλείψιμο · γλειψίματα · γλειψίματος · γλειψιμάτων
- η ενέργεια του γλείφω
- η κολακεία προς ανώτερο που αποσκοπεί στο να αποσπάσει την εύνοιά του
- το μέσον, η γνωριμία με πρόσωπα που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα τον σκοπό του έχω γλείψιμο και κάπως θα τα καταφέρω, θα με βγάλει λάδι
- σεξουαλική πράξη ※ «Εκείνη που επιδίδεται στις «μικρές τεχνικές» της ερωτικής πράξης - παραλείποντας τις ανώτερες όπως το τσιμπούκι, το γλείψιμο, τη σοδομία, τους ασυνήθιστους τρόπους ... » Θεέ μου, εντυπωσιάστηκα από τις γνώσεις του, την κοσμοπολίτικη πληροφόρησή του, από την τόλμη του να χρησιμοποιεί λέξεις που δε
Talk about this word "γλείψιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. γλείψιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF "γλείψιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γλείψιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}